εἰσέχω


εἰσέχω
вдаюсь

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "εἰσέχω" в других словарях:

  • εισέχω — εἰσέχω (Α) 1. προχωρώ μέσα σε κάτι, εισχωρώ 2. έχω έξοδο σε... («ἦν γὰρ δὴ θάλαμος ἐσέχων ἐς τὸν ἀνδρεῶνα») 3. είμαι κοίλος 4. (το ουδ. μτχ. εν.) τὸ ἐσέχον (στη ζωγραφική) αυτό που εικονίζεται να βρίσκεται στο εσωτερικό …   Dictionary of Greek

  • εισέχω — βλ. πίν. 154 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εἰσεχόντων — εἰσέχω stretch into pres part act masc/neut gen pl εἰσέχω stretch into pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσεῖχον — εἰσέχω stretch into imperf ind act 3rd pl εἰσέχω stretch into imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσέχει — εἰσέχω stretch into pres ind mp 2nd sg εἰσέχω stretch into pres ind act 3rd sg εἰσχέω pour in imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσέχοντα — εἰσέχω stretch into pres part act neut nom/voc/acc pl εἰσέχω stretch into pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰσέχουσι — εἰσέχω stretch into pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) εἰσέχω stretch into pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσέχει — εἰσέχω stretch into pres ind mp 2nd sg εἰσέχω stretch into pres ind act 3rd sg εἰσχέω pour in imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσέχον — εἰσέχω stretch into pres part act masc voc sg εἰσέχω stretch into pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσέχοντα — εἰσέχω stretch into pres part act neut nom/voc/acc pl εἰσέχω stretch into pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσέχουσι — εἰσέχω stretch into pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) εἰσέχω stretch into pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)